Τετάρτη 30 Μαΐου 2012
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
Stevia rebaudiana bertoni
Αυτό το post διαβάζεται καλύτερα αν ακούς αυτό και μόνο αυτό
Θέλω να ζήσω έναν Αύγουστο μαζί σου.
Θέλω να καώ στον πύρινο κλοιό σου. Να τινάξω τα φτερά μου και να προσγειωθώ στο σκοτεινό όνειρό σου. Nα φάω τον απαγορευμένο καρπό και έκπτωτος άγγελος να γίνω στον παράδεισσο σου... Από τα μάτια σου το σύμπαν να θωρώ. Δεν είσαι απο'δω. Δεν είσαι απο΄δω.
Αυτά τα χρώματα δεν ανθίζουνε εδώ. Τα έφερες από αλλού. Τα έκρυψες κάτω απο τα μάτια σου και δε χορταίνω να σε κοιτώ. Όποτε τα μάτια σου ανοίγεις και χρώματα από τη χώρα σου σκορπάς... με παρασέρνεις...με μεθάς...
Από τα χνώτα σου να δραπετεύω σε ατμόσφαιρες ξένες. Σε συστήματα ηλιακά άγνωστα όπου ζουν μόνο υπάρξεις ξεχασμένες.
Τα μάτια σου δεν είναι από εδώ.
Κ'ήταν τα χείλη σου μια ζάχαρη που δε χόρταινα να γλείφω.
Κυριακή 20 Μαΐου 2012
Μέρος β)
Δε χορταίνεις να πεθαίνεις...
Να απορροφάσαι δε φοβάσαι...
και πάλι ξεπηδάς από μια δικιά σου πραγματικότητα και μας βυθίζεις όλους στο όνειρο...στο άπιαστο εκείνο όνειρο που όλοι έχουμε ονειρευτεί αλλά τρέμουμε να το ζήσουμε μήπως και πεθάνουμε από overdose ευτυχίας.
Η πόρτα πίσω μου κλείνει...κάπως αβέβαια. Δεν ήμουν σίγουρος ο,τι θέλω να βγω εκεί έξω. Να πάω που ; Κορώνα - γράμματα το κεφάλι μου ( και το νεφρό μου ) - κατεβαίνω βιαστικά τις ξύλινες σκάλες που έτριζαν. Κτίριο μισογκρεμισμένο. Απογυμνωμένο από τοίχους και σοβάδες. Όξυνε το αίσθημα του τρόμου , παρά το άμβλυνε... Θύμιζε έντονα μέρος που "φιλοξένησε" ανταλλαγή πυρών ή και αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Σημάδια που πρόδιδαν τις μη ειρηνικές διαθέσεις των ανθρώπων στη χώρα.
Όπως περπατάω νιώθω τους πόνους σε όλη μου την πλάτη. Τη ζάλη στο κεφάλι που δεν μου επιτρέπει καθολική επαφή με τη ρεαλιστική πραγματικότητα. Αλλά με κάνει να χάνομαι σε ένα ψυχεδελικό μούδιασμα.
Στο δρόμο ξυπόλητες γυναίκες αναζητούν τα παιδιά τους. Η ανέχεια είναι έκδηλη σε κάθε πλάνο. Ανάσες που κουβαλάνε τη μυρωδιά του αίματος. Βλέμματα υγρά και απόκοσμα- λες και κατ'ευθείαν από την κόλαση.
Οι γραντζουνιές στην πλάτη μου ακόμα κατακόκκινες και βαθειές... Τόσο ζωφερά και μακάβρια κοσμούν την πλάτη μου. Σαν κάτι ζωντανό που απαιτεί να τραφεί από τη σάρκα μου και να ενυδατωθεί από το αίμα μου.
Πρέπει να πάω στον καταρράχτη...Πρέπει να θυμηθώ πως βρέθηκα από το Underground του Λονδίνου στη Βενεζουέλα.
Σύμβαση θανάτου. Ένας τσαλακωμένος χάρτης στην τσέπη μου από τη νύχτα στο Λονδίνο. Καμία ταυτότητα. Κανένα διαβατήριο...
To ταξί που με μεταφέρει μέχρι το ακρωτήρι... ξεχαρβαλωμένο. Ξηλωμένος ουρανός και αμορτισέρ ξεχαρβαλωμένα επίσης... Προσπαθούσα να συνεννοηθώ με τον οδηγό σε σπαστά ισπανικά και λιγοστά εγγλέζικα. Μάλλον προσπαθούσε να με ενημερώσει για την κατάσταση και το έκρυθμο κλίμα που επικρατούσε πάνω από τον ουρανό της Μπενεθουέλας ( όπως αποκαλούν οι γηγενείς την Βενεζουέλα)... Ίσως προσπαθούσε να μου πει να διαφύγω από τα δυτικά σύνορα της χώρας. Θα περνούσα ασφαλής στην Κολομβία με κάποιο τρόπο ( που μάλλον δε θα μάθω ποτέ)
Η λατινική Αμερική Βουλιάζει σε ένα συνονθύλευμα ακυβερνησίας , ανταρσίας και τρομοκρατικών επιθέσεων από αντάρτες που διεκδικούσαν να περάσουν στην κατοχή τους οι τίτλοι ιδιοκτησίας εξόρυξης πετρελαίου από τη χώρα....
Πλήρωσα το ταξί με κάτι τσαλακωμένες αγγλικές λίρες που βρήκα στην τσέπη μου... ( Πως διάολο βρέθηκαν 2.000 αγγλικές λίρες στην τσέπη μου σε χαρτονομίσματα των 100 λιρών )
Έχω φτάσει... και τώρα τι ;
Ο βρυχηθμός του μεγαλύτερου καταρράκτη του κόσμου κατέκλυζε την ακοή μου... καθιστώντας αδύνατο να αφουγκραστώ τους ήχους της νύχτας! 1 χιλιόμετρο ύψος ο καταρράχτης !! Αντέχεις ;;
Δευτέρα 14 Μαΐου 2012
The one who had an accident !
Τις τελευταίες ώρες είχα ένα ατύχημα στο κεφάλι. Έπεσα από το άλογο που έκανα ιππασία και χτύπησα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να τραυματιστώ. Δεν ξέρω αν είναι σοβαρό...μάλλον δεν είναι. Παρ'όλα αυτά αναστέλλεται οποιαδήποτε δραστηριότητα στο nor tonight καθώς νιώθω να έχω χάσει την έμπνευση μου μετά την πτώση και το χτύπημα και ο,τι δεν μπορώ να γράψω ξανά άλλο άρθρο.
Μέχρι νεωτέρας η συνέχεια της Βενεζουέλας παραμένει στο σκοτεινό μου συρτάρι...
Τετάρτη 9 Μαΐου 2012
Μέρος α)
Δε νιώθω τα άκρα μου... Δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου... Δε ξέρω που βρίσκομαι... καθ'οτι η όραση μου θολή και οι αισθήσεις μου αναιμικές δίνουν μάχη να με επαναφέρουν στον κόσμο του υπαρκτού. Ακούω νερό να κυλάει...αισθάνομαι ένα δροσερό αεράκι να μου ξεσηκώνει την φράντζα και αντανακλαστικά χαμογελάω. Εξέρχομαι σταδιακά από τον λήθαργο και αναδύομαι σε μια κατάσταση ημισυνειδητότητας.
Το σώμα μου αποκτάει υπόσταση και η όραση μου αρχίζει να λαμβάνει και να μεταφέρει εικόνες στους νευρώνες μου. Σχεδόν πια έχω συνέλθει και αρχίζω να παρατηρώ το χώρο προσπαθώντας ταυτόχρονα να εξηγήσω το που βρίσκομαι. Τι δουλειά έχω εδώ; Θεέ μου που βρίσκομαι; Το ανοιχτό παράθυρο έκανε την κουρτίνα να ανεμίζει και μόλις που αποκάλυπτε με φειδώ κάποιες λεπτομέρειες για το που μπορεί να βρίσκομαι. Σηκώνομαι...σκοντάφτω... βρίζω... και τελικά γλιστράω εως το παράθυρο. "Where the fuck i am? ?" θυμάμαι να ψελλίζω με ένα αίσθημα αγωνίας που κορυφωνόταν και μεταρεπόταν σε αληθινό πανικό.
Ένας αέρας παιχνιδιάρικος χαϊδεύει τα χείλη μου και με κάνει να νιώθω ένα όμορφο μούδιασμα... Ρυθμοί πόλης ακούγονται από έξω και εικόνες αστικού τοπίου του 20ου αιώνα δίνουν μια εντύπωση που δεν με κάνει να χαίρομαι ιδιαίτερα...κάνοντας τον πρόωρο εφησυχασμό μου να ξεμακραίνει...
Μέχρι να προλάβω να επεξεργαστώ όλα τα δεδομένα βρίσκομαι να κουμπώνω το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου και να ετοιμάζομαι να αναζητήσω απαντήσεις...
Δε θυμάμαι τίποτα... μόνο τον μεγαλύτερο καταρράχτη του κόσμου μήκους 1 χιλιομέτρου να ξεδιπλώνεται υπεροπτικά μπρος στα μάτια μας.
... Καλώς ήρθατε στη Βενεζουέλα...!
Κυριακή 6 Μαΐου 2012
Η Ευτυχία Που Κρύβει Η Ζωή (γράφει ο Αλέξανδρος Κατσαμάκης)
το Nor Tonight επέστρεψε με δικά σας άρθρα... όπως σας υποσχέθηκε!
Το άρθρο αυτό έρχεται από την Τσεχία και τον Αλέξανδρο Κατσαμάκη Η Ευτυχία Που Κρύβει Η Ζωή
Ελλάδα - Πρωτομαγιά 2011. Το Nissan Almera κυλάει στην επαρχιακή παραλιακή οδό, στριφογυρίζοντας ελαφρώς γύρω από σχηματισμένους κολπίσκους και πευκοδάση, που και που κρύβοντας τον ήλιο. Τα παράθυρα κατεβασμένα και τα χέρια μας ακουμπισμένα στις πόρτες να νιώθουν το δροσερό αεράκι, όπως και τα πρόσωπά μας, πλήρως χαλαρωμένα πίσω από τα γυαλιά μας, να απολαμβάνουν το τοπίο. Που και που, χαμηλώναμε το ραδιόφωνο για να ανταλλάξουμε κανα-δυο κουβέντες, να γελάσουμε τρανταχτά, και μετά να γυρίσουμε στον κόσμο μας και την παρατήρησή του. Προορισμός μας; Άγνωστο.
Κάπου στην Χαλκιδική βρισκόμαστε. Αφήσαμε το πρώτο πόδι, τα κλαμπάκια και τα μπιτσόμπαρα, την πολυκοσμία και το δήθεν, την Ελλάδα που αντιπαθούμε και αφεθήκαμε στο άγνωστο του δρόμου. Όσο απομακρυνόμαστε από την πόλη, τα τοπία γαληνεύουν, και η φύση αναδιπλώνεται ζωηρά μπροστά μας. Οι άνθρωποι γίνονται πιο φιλικοί και εγκάρδιοι και ο γύρος πιο νόστιμος. Για μένα το τοπίο είναι ελαφρώς πιο γνωστό, έχω πάει στις καβουρότρυπες, στην Σάρτη, στο Πλατανίτσι και στον Αρμενιστή, στα τελευταία καταφύγια της Ελλάδας που αγαπάμε, της αμόλυντης από τον ¨πολιτισμό¨ του τσιμέντου, τις θείτσες, τα κόμματα και τα κομματόσκυλα. Τα χρώματα ανάγονται σταδιακά σε πράσινες τιρκουάζ πισίνες νερού που σαν μαγεμένος χαζεύω με βλέμμα εκστασιασμένο. Ο Βαγγέλης, ξαφνιασμένος με τις εικόνες και την καλοκαιρία που επιφύλασσε η μέρα, απαλλαγμένος από τα καθήκοντα της οδήγησης, να απλώνει το βλέμμα του μακριά, όπως συνηθίζει να κάνει. Σε κάθε φιδογύρισμα οι στροφές αποκαλύπτουν παραλίες και χωριά, ταμπέλες με ονόματα άγνωστα, ευφάνταστα και πρωτάκουστα.
Ένα νεαρό αρσενικό με μαύρη τσάντα κάνει το σήμα του οτοστόπ - ενστικτωδώς κατεβάζω ταχύτητα και σταματάω – ο Βαγγέλης σαφώς αιφνιδιασμένος από το απροσδόκητο της μέρας. Το τυπάκι μπαίνει μέσα, καρέ μαλλί, μας ανακοινώνει τον προορισμό του - Πόρτο Κουφό. Ίσως να γέλασα, ίσως όχι – βασικά είμαι σίγουρος γέλασα - καθώς του αποκάλυψα πως δεν ξέρω που πηγαίνουμε, και αν έχει να μας προτείνει κανα μέρος. Συνεχίζουμε να οδεύουμε φυσικώς στον καινούριο μας προορισμό, που βρίσκεται στο τέρμα του ακρωτηρίου, στην μύτη της χερσονήσου του δεύτερου ποδιού, ένας μικρός οικισμός χωρίς πολλούς περαστικούς - μας ψήνει να τον πάμε. Η βενζίνη στο ένα εξήντα με τάσεις εκρηκτικά ανοδικές, όπως σχολίασε ο Βαγγέλης πρωτύτερα, και εγώ να πιάνω κουβέντα με τον νεανία.
Αυτός και η μάνα του, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν σε αυτό το απομακρυσμένο ψαροχώρι όταν τους εγκατέλειψε ο πατέρας του, μετακομίζοντας από την Αθήνα. Του λέω πως στάθηκε τυχερός μέσα στην ατυχία του. Χίλιες φορές καλύτερα μόνος σε μια καλύβα στη μέση του πουθενά, παρά στο μπουρδέλο του τσιμεντοκονιάματος. Συμφώνησε μαζί μου σιωπηρά, αποκαλύπτοντας κάποια λύπη με το κούνημα του κεφαλιού του.
Μετά από χιλιόμετρα στριφογυριστής ασφάλτου, πεύκου και πουρναριών, ακολουθώντας τις οδηγίες του πιτσιρικά καταλήγουμε επιτέλους στην παραλία, στο επίπεδο της θάλασσας. Βγαίνω από το αμάξι, και αφήνοντας τα κλειδιά στη μηχανή, κάνω μερικά βήματα στην άμμο, δεχόμενος την θαλασσινή αύρα, που με φυσάει κατά μέτωπο, περνώντας από το στενό άνοιγμα στην μέση του κόλπου, φέρνοντας την δροσιά και την αρμύρα του πελάγους στα χείλη και τα ρουθούνια μου. Ο Βαγγέλης με βρήκε να κάθομαι χωρίς παπούτσια στην άμμο, να δέχομαι τον αφρό που διαλύεται στον αέρα από τον παφλασμό των κυμάτων, και να χαζεύω τον περίεργο γεωλογικό σχηματισμό, την τοπογραφία τούτου του εξωτικού κόλπου, τα πεύκα που κατεβαίνουν στα βράχια ίσα με την θάλασσα, και τον Ήλιο, αυτόν τον Ανοιξιάτικο Ήλιο...
Το μόνο παρόμοιο που χα δει - η Παραλία – στην ομώνυμη ταινία, με πρωταγωνιστή τον Leonardo di Cambrio. Περπατάμε στα καταστρώματα καϊκιών και πλοιαρίων, έτσι για μια στιγμή να νιώσουμε καραβοκύρηδες - το όλο ταξίδι μας άνοιξε την όρεξη και καταλήγουμε κάτω απ τη σκιά μιας κληματαριάς, να τσιμπάμε χταποδάκι φιλέτο και να τσουγκράμε τα ουζοπότηρά μας, ανταλλάσοντας ευχές και ολοκληρώνοντας την οργιαστική έξοδό μας από την πόλη...
Ο δρόμος της επιστροφής αποδείχτηκε μακρύτερος καθώς συχνά σταματούσαμε για να χαζέψουμε κάποια παραλία - περνώντας αργά μέσα από τα χωριά, χτισμένα πάνω στην παραλιακή - από τη μια μεριά οι ταβέρνες, και από την άλλη τα τραπεζάκια δίπλα στα κύματα... Όσοι έχετε βρεθεί στην Ελλάδα καταλαβαίνετε τι εννοώ - οι υπόλοιποι μπορείτε να φαντασιώνεστε.
Ήπιαμε τον καφέ μας επίσης με θέα την θάλασσα και τις διαθλώμενες ακτίνες που έστελνε ο απογευματινός ήλιος καθώς βυθίζονταν πίσω από τον θαλασσινό ορίζοντα - θέτοντάς τον εν πυρά. Δεν μπορώ να ξεχάσω την καναπεδάρα μέσα στην οποία βυθίστηκα σε βαθύ λήθαργο, απορροφημένος από υπαρξιακές σκέψεις - ο Βαγγέλης δίπλα μου, ακριβώς στην ίδια Νιρβάνα, να παρατηρεί το τελικό στάδιο του ώριμου ηλιοβασιλέματος πίσω από τα μαύρα του γυαλιά. Κουβέντες ανταλλάχθηκαν. Μπορεί να μην θυμάμαι τις ακριβείς λέξεις, αλλά είμαι σίγουρος πως οι ιδέες που ζυμώθηκαν και ανταλλάχθηκαν τότε, αποτελούν ακόμα κομμάτι μου.
Κάθε φορά που βιώνεις μια τέτοια εμπειρία, που δημιουργεί συναισθήματα πρωτόγνωρα, κάποιο νέο, άγνωστο υπαρκτό κομμάτι του κοσμικού σύμπαντος, παίρνει μορφή – τότε συνειδητοποιείς πως υπάρχεις – μερικές φορές βγάζοντάς σε από τη μιζέρια σου, και την ανικανότητα σου να αντιληφθείς την ευτυχία που κρύβει η ζωή...
Υ.Γ. : Δεν ήταν Πρωτομαγιά. 25η Μαρτίου ήταν, το είδα στις ημερομηνίες από τις φωτογραφίες. Δεν έχει σημασία.
![]() |
Τρίτη 1 Μαΐου 2012
Ανεξίτηλα χρώματα!
Κατεβαίναμε τις κατηφόρες με σταθερή ταχύτητα. Οδηγούμασταν σχεδόν τελετουργικά...στον πιο επίγειο παράδεισο. Το πράσσινο Nissan Almera σχεδόν καμουφλαρισμένο κινούνταν ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση που σκέπαζε μεγάλο μέρος του ορίζοντα.
Εικάζω οτι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και οι κόρες των ματιών μου βρίσκονταν σε πλήρη διαστολή. Τόσο εκστασιασμένος από το φουαγιέ του επίγειου παραδείσου. Άπλωνα το βλέμμα μου σαν αεροφωτογραφία και αποτύπωνα παραλίες σε αποχρώσεις του μωβ και του τιρκουάζ και άλλοτε του λάγνου γαλάζιου που φλερτάρει με εκείνα τα χρώματα που συναντά κανείς μόνο σε εξωτικές παραλίες της Αφρικής ή της Νότιας Αμερικής. Ο ήλιος που ακόμα έπαιρνε ύψος δημιουργούσε απίστευτες ψευδαισθήσεις που θα έπειθαν και τον πιο τεχνοκράτη και κυνικό άνθρωπo. Είναι μερικές μέρες στη ζωή μας που δεν νύχτωσαν ποτέ. Έσβησαν και κρύφτηκαν μέσα μας κάπου στο ηλιοβασίλεμα και εκ τοτε ζουν μέσα μας ημιτελείς. Σε μερικές μέρες είναι αδύνατον να βάλεις τέλος. Να βάζεις τελεία. Βάζεις απλά αποσιωποιητικά(...) και τις κουβαλάς μέσα σου για πάντα ακριβώς στο ηλιοβασίλεμα τους. Ακριβώς την ώρα που ο ουρανός έπαιρνε την πιο θηλυκή του απόχρωση. Κάποιοι άνθρωποι και κάποιες μέρες έχουν ευλογηθεί για να μας στοιχειώνουν ες αεί. Να μας καταδιώκουν και να μας ορίζουν ως υπάρξεις. Κάποιοι άνθρωποι δε θα χαθούν ποτέ από κοντά μας, γιατί ζούνε μέσα μας και είναι χαρούμενοι που έστω για μια στιγμή πραγματοποίησαν κατάβαση ψυχής στον πιο επίγειο παράδεισο.
Υπάρχουν κάποια χρώματα που δε θα ξεβάψουν ποτέ από μέσα σου...γιατί είναι ανεξίτηλα χρώματα!
Y.Γ. η φωτογραφία είναι από το Πόρτο Κουφό και το 2ο πόδι Χαλκιδικής
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)












