Αναθεματισμένο αεράκι. Σκορπά την περιρρέουσα αλμύρα στα μάτια μου. Με κάνει να κλαίω και επιστρέφω τα δάκρυα μου στον ωκεανό. Σχεδόν εκστασιακά περνούσαν οι νύχτες και οι μέρες σε μαύρα και θολά και άλλοτε αφρίζοντα νερά. Που και που φτάναν ήχοι απόκοσμοι στα αυτιά μας και διαπερνούσαν την ήδη αβέβαιη ύπαρξη μας προκαλώντας παιρεταίρω δισαρμονία με το σκηνικό που μας πλαισίωνε.
Μέρες και νύχτες εικονικής απελευθέρωσης. Ούτε μια νύχτα δεν με άφησες στο πλάι σου να κοιμηθώ χωρίς να μου ρημάξεις τα όνειρα. Είναι αστείο το πως κάνουμε τα πάντα για να εγκλωβίσουμε τις ζωές μας σε αδιέξοδα...και μετά γκρινιάζουμε που βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Ξεχνώντας ο,τι εμείς οι ίδιοι μας τοποθετήσαμε εκεί. Ξεχνάμε. Και πάντα η τιμωρία μας θα πονά νομοτελειακά τουλάχιστον όλο και περισσότερο.
Ένα απαλό αεράκι κυμάτιζε το λινό πουκάμισο που είχε κολλήσει πάνω μου μέχρι πρότινος από το συνονθύλευμα αλμύρας και ζέστης. Ο ωκεανός είναι γεμάτος από δάκρυα ναυτικών. Από χαρές και λύπες ξενιτεμένων που έκλαψαν μια στιγμή από πάνω του και αντάλλαξαν μαζί του υγρά. Πάσης φύσεως σωματικά υγρά. Ο ωκεανός είναι εκεί έξω. Ουρλιάζει. Καρτερά. Μόνο με αίμα ξεδιψά.
Σε περιμένει για μια απόκοσμη βουτιά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου